προβιβάσις

προβιβάσις
προβιβάσῑς , προβίβασις
leading forward
fem acc pl (epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • προβίβασις — άσεως, ἡ, ΜΑ [προβιβάζω] μσν. προβιβασμός, προαγωγή σε ανώτερο αξίωμα, βαθμό ή σε ανώτερη θέση αρχ. 1. το να οδηγεί κανείς κάποιον προς τα εμπρός 2. (ιδίως στη μουσ.) η περαιτέρω ανάπτυξη …   Dictionary of Greek

  • προβιβάσει — προβίβασις leading forward fem nom/voc/acc dual (attic epic) προβιβάσεϊ , προβίβασις leading forward fem dat sg (epic) προβίβασις leading forward fem dat sg (attic ionic) προβιβάζω cause to step forward aor subj act 3rd sg (epic) προβιβάζω cause… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβιβάσεις — προβίβασις leading forward fem nom/voc pl (attic epic) προβίβασις leading forward fem nom/acc pl (attic) προβιβάζω cause to step forward aor subj act 2nd sg (epic) προβιβάζω cause to step forward fut ind act 2nd sg προβιβάζω cause to step forward …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβίβασιν — προβίβασις leading forward fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβιβάσιμος — η, ο, Ν (κυρίως στη φρ.) «προβιβάσιμος βαθμός» βαθμός που παρέχει στους μαθητές τη δυνατότητα προαγωγής σε ανώτερη τάξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προβίβασις. Η λ. μαρτυρείται από το 1860 στον Λ. Μελετόπουλο] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”